επωδικός

-ή, -ό (AM ἐπῳδικός, -ή, -όν) [ἐπῳδὸς]
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην επωδό άσματος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπῳδικά — ἐπῳδικός of neut nom/voc/acc pl ἐπῳδικά̱ , ἐπῳδικός of fem nom/voc/acc dual ἐπῳδικά̱ , ἐπῳδικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπῳδικῶν — ἐπῳδικός of fem gen pl ἐπῳδικός of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπῳδικόν — ἐπῳδικός of masc acc sg ἐπῳδικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωιδική — ἐπῳδικός of fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπῳδικοῦ — ἐπῳδικός of masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπῳδικῆς — ἐπῳδικός of fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπῳδική — ἐπῳδικός of fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπῳδικήν — ἐπῳδικός of fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπῳδικῶς — ἐπῳδικός of adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.